ATTENTION! ATTENTION!

Όλες οι λειτουργίες του site αναστέλλονται μέχρι νεωτέρας. Φεύγω ταξίδι! See you in a year or so (I hope…)!

Όσο ακατόρθωτο και αν φαίνεται, κατάφερε να φέρει τα δεκαπέντε κιλά καθαρού λίπους που κατοικούσαν στην κοιλιά του από τη δεξιά στην αριστερή πλευρά του στενού κρεβατιού του. Αναστέναξε αυτάρεσκα ακούγοντας το περιεχόμενο του δεκαπεντάκιλου φορτίου του να αναδεύεται γαργαλώντας τον εκεί που τα βουβωνικά οξέα έχουν τον πρώτο λόγο. Επέτρεψε στη βαρύτητα να ρίξει τη γιγάντια παλάμη του σε ένα μικροσκοπικό πράσινο ξυπνητήρι το οποίο, προ ολίγου, αποφάσισε να κάνει αισθητή την παρουσία του.

Ήξερε πως αυτή ήταν η μέρα του. Read the rest of this entry »

william_butler_yeats.jpg William Butler Yeats (1933). Unknown photograph. U.S. Library of Congress.

“Cast a cold eye
on life, on death.
Horseman, pass by!”

20061024-ledasein.jpg Le Dasein, Franziskus Wendels

Μιλάω μόνος μου. Το γεγονός αυτό υποδεικνύει ίσως κάτι. Ιδιοφυΐα, παράνοια, σχιζοφρένεια, μοναξιά, παιχνίδι… Δεν ξέρω. Ίσως δεν είμαι εγώ αυτός που θα το κρίνω.

Σκέφτομαι τη «πτώση» του γαλλο-αλγερινού συγγραφέα Albert Camus. Μονόλογος ή διάλογος, – και αν πάρουμε τη δεύτερη περίπτωση, διάλογος με ποιόν? Με τον αναγνώστη ή με τον εαυτό του? Μάλλον είναι ζήτημα προοπτικής. Εγώ αυτή τη στιγμή θέτω την ερώτηση σε σένα ή σε μένα? Αν τη θέτω σε σένα (οποιοσδήποτε και αν είσαι, ελπίζω μόνο να μην είσαι ο εαυτός μου…), τότε το πρόβλημα έχει λυθεί και δεν χρειάζεται να διαλογίζομαι άσκοπα. Μα αν διαλογίζομαι, πράξη μοναχική, πώς γίνεται να κάνω διάλογο μαζί σου? Read the rest of this entry »

jorge_luis_borges_hotel.jpg Love you man… (Borges in the Hotel Beaux, Paris, 1969)

Ο ήχος των ποδιών του που σέρνονται στο διψασμένο χώμα είχε χάσει πια το νόημά του. Στην αρχή ήταν λέξεις, λέξεις μιας άλλης, ξεχασμένης γλώσσας, μιας γλώσσας που δεν υπήρχε πια. Με τον καιρό όμως έμαθε να την αγνοεί – και στο τέλος την ξέχασε -, αφού δεν είχε τίποτα να του διηγηθεί, εκτός από τις ιστορίες που είχε ακούσει τόσες φορές στα ταξίδια του. Ταξίδια που κανείς δεν είχε κάνει.

Ήταν ανάπηρος από τη μέση και κάτω και είχε περάσει όλη του τη ζωή μέσα σε ένα μικρό δωμάτιο χωρίς κανένα παράθυρο. Αυτό του έδινε τον χρόνο να φαντάζεται για αμέτρητες ώρες. Δημιουργούσε πολύπλοκους κόσμους εξαντλώντας κάθε δυνατή διακλάδωση τους και έπαιζε όλους τους ρόλους με κάθε πιθανό τρόπο.
Κάποια στιγμή όμως όλα τελείωσαν.

Είχε σκεφτεί τα πάντα.

magrittepipe.jpg “Ceci n’est pas une pipe” orLa Trahison des Images” (1928-9), René Magritte

H πραγματικότητα είναι ο υπαρκτός σουρεαλισμός ή ο υπαρκτός σουρεαλισμός είναι η πραγματικότητα. Και τα δύο δεν μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα αφού αν ίσχυαν, η πραγματικότητα θα ήταν πραγματικότητα και ο υπαρκτός σουρεαλισμός θα ήταν υπαρκτός σουρεαλισμός, δήλωση τουλάχιστον σουρεαλιστική, που κατά τα λεγόμενα, πρέπει να είναι πραγματική το οποίο δεν ισχύει – και ούτε στέκει λογικά (!) – επομένως συμπεραίνουμε πως η πραγματικότητα είναι ο υπαρκτός σουρεαλισμός και όχι το ανάποδο.

Η απάντηση είναι ‘μπαμπούσκα’. Θα μου πείτε ‘Μα ποια είναι η ερώτηση’?

Οι Ρώσοι τελικά έφτασαν πρώτοι. Ίσως όχι στο φεγγάρι, αλλά… πιστέψτε με έφτασαν πρώτοι. Για να αποσαφηνίσω κάπως τα πράγματα – θα πρέπει βεβαίως πρώτα εσείς να υιοθετήσετε μια αφαιρετική και ολιστική προσέγγιση στην προβληματική που αναπτύσσω – φανταστείτε μια αέναη αλυσίδα από μπαμπούσκες. Ας δεχθούμε αξιωματικά, μα όχι δογματικά, απλά προς χάριν ομαλότητας και αρμονίας, πως κάθε ομοίωμα στην ακολουθία αντιλαμβάνεται τη περιβάλλουσα και την εσωκλείουσα μπαμπούσκα και τίποτα άλλο.

Tώρα φανταστείτε το σύμπαν. Η τουλάχιστο ότι είναι αυτό που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως σύμπαν. Αντιπαραθέστε ‘το’ υλιστικά με τα προαναφερθέντα. Εγώ ξέρω. Goodbye and thanks for all the fish.

Με ρώτησες γιατί ήρθα.

Με ρώτησες γιατί άφησα τα γυάλινα πρωινά μου. Τα χρυσαφένια πρωινά μου, το άρωμα μόκας, γυναίκας και εντοιχισμένου ξύλου. Το φούρνο μικροκυμάτων μου.

Σου απάντησα πως ήρθα για να βρω εσένα και να σου πω τι άφησα για σένα. Ήρθα για το άρωμα του δρόμου, του ιδρώτα και του αναπάντεχου. Για να λησμονήσω το φούρνο μικροκυμάτων μου. Όχι για σένα αλλά για μένα.

Ήρθα για να φύγω. Ήρθα για να ακούσω το πατέρα μου να φωνάζει το όνομά μου όταν ήμουνα μικρός. Να μάθω από πού ήρθα και πόσο μακριά θα φτάσω.

pmaher-340-kerouac450.jpg

“The only people for me are the mad ones, the ones who are mad to live, mad to talk, mad to be saved, desirous of everything at the same time, the ones who never yawn or say a commonplace things, but burn like fabulous roman candles exploding like spiders across the stars and in the middle you see the blue center light pop and everybody goes ‘AWWW!’”

Jack Kerouac